σχοινιοπλόκος
σχοινιοπλόκος, rope-maker
σχοινιο-πλόκος, ὁ,
- rope-maker, PGoodsp.Cair. 30ii 1, al. (ii A.D.), POxy. 934.4 (iii A.D.), etc.
σχοινιοπλόκος, = σχοινιοστρόφος, Sp.