σωρικός Save LSJ Bailly 2024 Pape σωρ-ικός, v. σωριτικός. σωρικός, ή, όν, c. σωρείτης : σωρικὴ ἀπορία, Sext. 614, 617 Bkk.c. σωρείτης συλλογισμός. σωρικός, vom Haufen, zum Haufen gehörig ; σωρικὴ ἀπορία, = σωρείτης, συλλογισμός, S.Emp. adv.gramm. 68.