Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταξιώτης
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τανύστροφος
τανυστύς
τανύσφυρος
τάνυται
τανύτριχος
τανυφάντης
τανύφθογγος
τανύφλοιος
τανύφυλλος
τανυχειλής
τανύω
Τάξακις
ταξᾶτος
ταξείδιον
ταξεώτης
ταξεωτικός
ταξιαρχέω
ταξιάρχης
ταξιαρχία
ταξιαρχικός
ταξίαρχος
Τάξιλα
ταξίλαι
Ταξίλης
ταξίλοχος
ταξιόζωτος
ταξιόομαι
ταξιόω
τάξις
ταξίφυλλος
ταξιώτης
ταξιωτικός
τάξος
ταοί
Ταουίον
Τάοχοι
ταπείνηχος
ταπεινολογία
ταπεινοποιός
ταπεινορρημοσύνη
ταπεινός
ταπεινότης
ταπεινοφρονέω
ταπεινοφρόνησις
ταπεινοφρόνως
ταπεινοφροσύνη
ταπεινόφρων
ταπεινόψυχος
ταπεινόω
ταπείνωμα
ταπεινῶς
ταπείνωσις
ταπεινωτέον
ταπεινωτικός
ταπή
τάπης
ταπητάριος
ταπητέμπορος
ταπήτιον
τἀπί
ταπίδιον
…
ταξιώτης
Save
LSJ
Pape
ταξιώτης, ὁ, v. ταξεώτης.
ταξιώτης
, ὁ, = ταξεώτης, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}