τανύφθογγος
τανύφθογγος, far-sounding
τᾰνύ-φθογγος, ον,
- far-sounding, γέρανοι Q.S. 11.110; κῆρυξ Tryph. 111; λαιμοί Nonn. D. 22.61.
τανύ·φθογγος, ος, ον [ᾰ] dont la voix résonne au loin, Nonn. D. 22, 61 ; Triphiod. 111 ; Q. Sm. 11, 110.
Étym. τανυ-, φθέγγω.
τανύφθογγος, weithin, laut tönend ; Qu.Sm. 11.110, γέρανος.