Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταξίλαι
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τανυσιπτέρυγος
τάνυσις
τανυσίσκοπος
τανύσκιος
τανύσκομαι
τανυσκόπελος
τανύσκω
τάνυσσα
τανύστροφος
τανυστύς
τανύσφυρος
τάνυται
τανύτριχος
τανυφάντης
τανύφθογγος
τανύφλοιος
τανύφυλλος
τανυχειλής
τανύω
Τάξακις
ταξᾶτος
ταξείδιον
ταξεώτης
ταξεωτικός
ταξιαρχέω
ταξιάρχης
ταξιαρχία
ταξιαρχικός
ταξίαρχος
Τάξιλα
ταξίλαι
Ταξίλης
ταξίλοχος
ταξιόζωτος
ταξιόομαι
ταξιόω
τάξις
ταξίφυλλος
ταξιώτης
ταξιωτικός
τάξος
ταοί
Ταουίον
Τάοχοι
ταπείνηχος
ταπεινολογία
ταπεινοποιός
ταπεινορρημοσύνη
ταπεινός
ταπεινότης
ταπεινοφρονέω
ταπεινοφρόνησις
ταπεινοφρόνως
ταπεινοφροσύνη
ταπεινόφρων
ταπεινόψυχος
ταπεινόω
ταπείνωμα
ταπεινῶς
ταπείνωσις
ταπεινωτέον
…
ταξίλαι
Save
Bailly 2024
ταξίλαι,
ῶν
(
ὁ
) sorte de gros éléphants,
El.
N.A.
13, 8
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}