About Report a problem

Menu

ταξιαρχικός

ταξιαρχικός, of a ταξίαρχος

ταξῐαρχ-ικός, ή, όν,
  • of a ταξίαρχος, ἐξουσία PLond. 5.1708.87 (vi A.D.).

Saved

Recent