ταυροκολλώδης
ταυροκολλώδης, like bull’s-hide glue
ταυρο-κολλώδης, ες,
- like bullʼs-hide glue, Dsc. 1.67, 4.170.
ταυροκολλώδης, ης, ες, semblable à de la colle de bœuf, Diosc. 1, 81.
Étym. ταυρόκολλα, -ωδης.
ταυροκολλώδης, ες, dem Stierleim ähnlich, Sp.