ταυρόκρανος
ταυρόκρανος, bull-headed
ταυρό-κρᾱνος, ον,
- bull-headed, E. Or. 1378 (lyr.), APl. 16.126.
ταυρό·κρανος, ος, ον [ᾱ] à tête de taureau, Eur. Or. 1378 ; A. Pl. 126.
Étym. τ. *κρᾶνον ; cf. κάρηνον.
ταυρόκρανος, [ρᾱ], = ταυροκέφαλος ; Ὠκεανός, Eur. Or. 1378 ; Ep.adesp. 296 (Plan. 126).
ταυρόκρανος
ταυρό-κρᾱνος, ον,
κράνιον
= ταυροκέφαλος, Eur.