Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τηλεφόρος
τηλεφόρος, far-carrying
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τηλεκλειτός
Τηλεκλῆς
τηλεκλητός
Τήλεκλος
τηλεκλυτός
τηλέμαχος
τηλεμάχος
Τηλέμαχος
Τηλέμβροτος
Τήλεμος
τηλέπλαγκτος
τηλέπλανος
τηλέπομπος
τηλέπορος
τηλέπυλος
Τηλέπυλος
τηλεσίφαντος
τηλεσκόπος
τηλέσκοπος
Τηλεφάασσα
τηλεφαής
τηλεφανής
Τηλεφάνης
τηλέφαντος
τηλέφατος
τηλεφεγγής
Τηλέφειον
Τηλεφίδης
τηλέφιλον
τηλέφιον
τηλεφόρος
Τήλεφος
τηλεφώνιον
τηλέχθων
τήλη
τηλία
τηλίζω
τηλίκος
τηλικόσδε
τηλικοῦτος
τηλικουτοσί
τηλίνη
Τηλίνης
τήλινος
τῆλις
τήλιστος
τηλίτης
τηλίτης οἶνος
τηλόθε
τηλόθεν
τηλόθι
τηλοῖ
τηλόμελι
τηλοπέτης
τηλορός
Τῆλος
τηλόσε
τηλοτάτω
τηλότερος
τηλοτέρω
τηλοῦ
…
τηλεφόρος
Save
τηλεφόρος, far-carrying
LSJ
τηλεφόρος, ον,
far-carrying,
δόρυ
Nonn.
D.
19.149.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}