τηλικουτοσί Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands τηλῐκουτοσί, strengthd. form of τηλικοῦτος, Pherecr. 146, Phryn. Com.19. τηλικουτοσί, -αυτηί, -ουτονί, att. c. τηλικοῦτος, Ar. Nub. 819, Av. 1132. τηλικουτοσί -αυτηΐ -ουτονί [τηλικοῦτος] van zo’n leeftijd (als je hier kunt zien).