τιμάεις
τιμάεις, honoured
τιμάεις, v. τιμήεις.
τιμάεις, [ῑ], τῑμᾶντα, dor. statt τιμῆντα, von τιμῇς.
τῑμᾱεις
- 1honoured τοὶ μὲν ὦν Θήβαισι τιμάεντες ἀρχᾶθεν I. 4.7 πατρί τε Κρονίῳ τιμάεντι (τιμ.εαντι Π.: corr. G.-H.) fr. 140a. 64 (38).