τιμάορος
τῑμάορος, ον,
- v. τιμωρός.
τιμάορος, [ῑ], dor. statt τιμωρός ; Pind. Ol. 9.84 ; Tragg. S. τιμωρός.
τῑμάορος
- 1honouring c. dat. προξενίᾳ δʼ ἀρετᾷ τʼ ἦλθον τιμάορος Ἰσθμίαισι Λαμπρομάχου μίτραις O. 9.84
τιμάορος
τῑμάορος, ον,
Doric for τιμωρός.