Τιμαρέτη Save Bailly 2024 Τιμ·αρέτη, ης (ἡ) [ῑᾰ] Timarétè, f. Hdt. 2, 55 || ➳ Dor. Τιμαρέτα [τᾱ] Anth. 6, 280. Étym. τιμή, ἀρετή.