τιμαῖος
τιμαῖος, highly prized
τῑμαῖος, ον,
- highly prized, Diocl.Com. 18:—mostly as pr. n. Τίμαιος.
τιμαῖος, α, ον [ῑ] honoré, honorable, Dioclès (Phot.).
Étym. τιμή.
τιμαῖος, [ῑ], ὁ πολλῆς τιμῆς, Phot. aus Diocles, s. Τιμαῖος.