Τιμάσαρχος
Τιμάσ·αρχος, ου (ὁ) [ῑμᾱ] Timasarkhos, h. Pd. N. 4, 78.
Étym. τιμάω, ἄρχω.
Τῑμᾱσαρχος son of Timokritos of Aigina, victor in wrestling at Nemea.
- 1Τιμασάρχου τε πάλᾳ N. 4.10 πάτραν ἵνʼ ἀκούομεν, Τιμάσαρχε, τεὰν ἐπινικίοισιν ἀοιδαῖς πρόπολον ἔμμεναι N. 4.78