Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τολάριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τοιχωρυχία
τοιχωρυχική
τοιχωρύχος
τοιχωτός
τοίως
τοιῶσδε
τόκα
τοκαδεία
τοκάδερ
τοκαρίδιον
τοκάριον
τοκαρύδιον
τοκάς
τοκάω
τόκειος
τοκετός
τοκεύς
τοκεών
τοκήεσσα
τοκίζω
τόκιον
τοκίς
τοκισμός
τοκιστής
τοκογλυφέω
τοκογλύφος
τοκοληψία
τοκοπράκτωρ
τόκος
τοκοφορέω
τολάριον
Τολερῖνοι
τόλμα
τολμάεις
Τολμαῖος
τολματός
τολμάω
τολμέω
τόλμη
τολμήεις
τόλμημα
τολμηρία
τολμηρός
τολμηρῶς
τολμήρως
τολμῇς
τόλμησις
τολμήστατος
τολμητέον
τολμητέος
τολμητής
τολμητίας
τολμητικός
τολμητός
Τολμίδης
τόλμιλλος
τολμίστατος
τολοιπόν
Τολούμνιος
Τόλοφος
Τολοφώνιοι
…
τολάριον
Save
LSJ
τολάριον, τό, dub. sens. in
Dura4
100 (pl., iii A. D.); perh.
= Lat.
torale.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}