τολμητικός
τολμ-ητικός, ή, όν,
- = τολμηρός, in Sup., Hippod. ap. Stob. 4.1.94.
τολμητικός, ή, όν, c. τολμηρός, Sch.-Eur. Or. 1405 ||
Sup. -ώτατος, Hippodam. (Stob. Fl. 43, 93).
τολμητικός, = τολμηρός, Schol. Eur. Or. 1405.