τολμάεις Save τολμάεις, daring Bailly 2024 Grieks Nederlands Slater Pindar τολμάεις, v. τολμήεις. τολμάεις Dor. voor τολμήεις. τολμᾱεις 1daring “τολμάεις Ἐπιάλτα ἄναξ” P. 4.89