τολμητίας
τολμ-ητίας, ου, ὁ,
- = τολμητής, Com.Adesp. 1166, Adam. 1.7, Agath. 1.4, 4.27.
τολμητίας, ου (ὁ) c. le préc. Polém. Physiogn. p. 203.
τολμητίας, ὁ, = τολμητής, Agath.