Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τόλμη
LSJ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τοκάδερ
τοκαρίδιον
τοκάριον
τοκαρύδιον
τοκάς
τοκάω
τόκειος
τοκετός
τοκεύς
τοκεών
τοκήεσσα
τοκίζω
τόκιον
τοκίς
τοκισμός
τοκιστής
τοκογλυφέω
τοκογλύφος
τοκοληψία
τοκοπράκτωρ
τόκος
τοκοφορέω
τολάριον
Τολερῖνοι
τόλμα
τολμάεις
Τολμαῖος
τολματός
τολμάω
τολμέω
τόλμη
τολμήεις
τόλμημα
τολμηρία
τολμηρός
τολμηρῶς
τολμήρως
τολμῇς
τόλμησις
τολμήστατος
τολμητέον
τολμητέος
τολμητής
τολμητίας
τολμητικός
τολμητός
Τολμίδης
τόλμιλλος
τολμίστατος
τολοιπόν
Τολούμνιος
Τόλοφος
Τολοφώνιοι
τόλυξ
τολύπευμα
τολυπευτικός
τολυπεύω
τολύπη
τομά
τομαῖος
τομάριον
…
τόλμη
Save
LSJ
Bailly 2024
τόλμ-η, ἡ, v. τόλμα.
τόλμη,
ης
(
ἡ
)
c.
τόλμα,
Phryn.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}