Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τόμουρος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τολυπεύω
τολύπη
τομά
τομαῖος
τομάριον
Τόμαρον
Τόμαρος
τομαροφύλακες
τομάς
τομάω
τομεῖον
τομέσι
τομεύς
Τομεύς
τομεύω
τομέχρι
τομή
τομιαῖος
τομίας
τομικός
τόμιον
τομίον
τόμιος
τομίς
Τόμις
Τόμισα
τομοειδής
τομός
τόμος
Τομοῦροι
τόμουρος
Τόμυρις
τομῶς
τόν
τοναῖος
τονάριον
τόνεα
τονέω
τονή
τονθολυγέω
τονθορίζω
τονθορυγέω
τονθορύζω
τονθρύζω
τονθρύς
τονθρυστής
τόνθων
τονία
τονιαῖος
τονίζω
τονικός
τόνιον
τόνιος
τονιστέον
τονοειδής
τόνος
τονόω
τονῦν
τονώδης
τόνωσις
τονωτέον
…
τόμουρος
Save
Bailly 2024
τόμουρος,
ου
(
ὁ
) prêtre de Dodone,
d’où
prêtre
en gén.
Lyc.
223
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}