Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τομῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τομά
τομαῖος
τομάριον
Τόμαρον
Τόμαρος
τομαροφύλακες
τομάς
τομάω
τομεῖον
τομέσι
τομεύς
Τομεύς
τομεύω
τομέχρι
τομή
τομιαῖος
τομίας
τομικός
τόμιον
τομίον
τόμιος
τομίς
Τόμις
Τόμισα
τομοειδής
τομός
τόμος
Τομοῦροι
τόμουρος
Τόμυρις
τομῶς
τόν
τοναῖος
τονάριον
τόνεα
τονέω
τονή
τονθολυγέω
τονθορίζω
τονθορυγέω
τονθορύζω
τονθρύζω
τονθρύς
τονθρυστής
τόνθων
τονία
τονιαῖος
τονίζω
τονικός
τόνιον
τόνιος
τονιστέον
τονοειδής
τόνος
τονόω
τονῦν
τονώδης
τόνωσις
τονωτέον
τονωτικός
τοξάζομαι
…
τομῶς
Save
Bailly 2024
τομῶς,
adv.
d’une manière pénétrante,
Jos.
Étym.
τομός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}