τοσαπλασίων Save LSJ Bailly 2024 τοσᾰ-πλᾰσίων, ον, gen.ονος, = τοσαυταπλάσιος, Porph. in Harm. p.325 W. τοσα·πλασίων, ων, ον, gén. ονος [ᾰσ] c. le préc. Porph. Ptol. Harm. p. 325c.