τρεισκαιδεκαπάλαστος
τρεισκαιδεκαπάλαστος, measuring thirteen παλασταί (palm of the hand)
τρεισκαιδεκα-πάλαστος [πᾰ], ον,
- measuring thirteen παλασταί, PPetr. 3 p.125 (iii B. C., τρισ- Pap.).