τρέμιθος
τρέμῐθος, ἡ,
- poet. for τέρμινθος, Nic. Th. 844, cf. St.Byz. s.v. Τρεμιθοῦς.
τρέμιθος, ου (ἡ) [ῐ] c. τέρμινθος, Nic. Th. 844.
τρέμιθος, ἡ, p. = τέρμινθος, Nic. Ther. 844, wo auch τρίμιθος gelesen wird.