τρέπεδδα
τρέπεδδα, bank
τρέπεδδα, ἁ, Boeot.,
- = τράπεζα II, bank, IG 7.3172.139 (Orchom., iii B. C.);
- τρεπεδδίτας [ῑ], ὁ, = τραπεζίτης, ib. 2420.34 (Thebes, iii B. C.). (Not from τράπεζα but from τρίπεζα, which Hsch. inaccurately calls Boeot. for τράπεζα.)