τρισκαίδεκα
τρισ-καίδεκα and compds., v. τρεισκαίδεκα and compds.
τρισκαίδεκα, indecl., dreizehn, statt τριακαίδεκα ; Il. 5.387, Od. 24.340 ; Lobeck Phryn. 409.
τρισκαίδεκα
indeclinable
[τρίς, τρεῖς + καί + δέκα.]
Thirteen : μῆνας Il. 5.387 : ὄγχνας Od. 24.340.
τρισκαίδεκα : thirteen.