τρισκαιδεκαέτης Save Bailly 2024 Pape τρισκαιδεκα·έτης, ου, adj. m. âgé de treize ans, Is. fr. 1, 12 ; Lys. 116, 28. Étym. τρ. ἔτος. τρισκαιδεκαέτης, ὁ, der Dreizehnjährige ; Isae. fr.