τροχεός Save LSJ Bailly 2024 Pape τροχ-εός, ή, όν, = τροχόεις, Nic. Th. 658. τροχεός, ά, όν, c. τροχόεις, Nic. Th. 658. τροχεός, = τροχερός, zw. L. bei Nic. Ther. 658 ; Eutecn. las τραχέην.