Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τροχηλέα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τροχαιοχόρειος
τροχαιοχορεῖος
τροχαϊσμός
τροχαλεῖον
τροχάλειον
τροχαλία
τροχαλίζομαι
τροχαλίζω
τροχαλιώδης
τροχαλός
τροχαλῶς
τροχαντήρ
τροχαντήριον
τροχαρέα
τροχάς
τρόχασμα
τροχαστής
τροχαστικός
τροχάω
τροχειλέα
τροχεῖον
τροχελλέα
τροχεός
τροχερός
τροχεύομαι
τροχή
τροχηλασία
τροχηλατέω
τροχηλάτης
τροχήλατος
τροχηλέα
τροχηλιά
τροχηλία
τροχιά
τροχιάζω
τροχιαῖος
τροχιαμβικός
τροχίας
τροχίασμα
τροχίζω
τροχικός
τροχιλαία
τροχιλέα
τροχιλεία
τροχιλεῖον
τροχιλεύς
τροχιλία
τροχίλια
τροχιλίδιον
τροχίλιον
τροχίλος
τρόχιλος
τροχιλώδης
τροχίμαλλον
τρόχιμος
τρόχιον
τροχιός
τρόχις
τροχισκάριον
τροχίσκιον
τροχίσκος
…
τροχηλέα
Save
Pape
τροχηλέα
, v. τροχαλία.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}