φιλοχρημονέω
φιλοχρημονέω, to love money
φῐλοχρημ-ονέω,
- = φιλοχρηματέω, Pl. Lg. 729a.
φιλοχρημονέω-ῶ [ῐ] c. φιλοχρηματέω, Plat. Leg. 729a.
φιλοχρημονέω, = φιλοχρηματέω, Plat. Legg. V.729a.
φιλοχρημονέω, to love money