φιλοχρήμων
φῐλοχρήμ-ων, ον, gen. ονος,
- = φιλοχρήματος, Dam. Isid. 238, Lyd. Mag. 3.53.
φιλο·χρήμων, ων, ον [ῐ] c. φιλοχρήματος, Damasc. (Phot. Bibl. 350, 18).
φιλοχρήμων, ονος, = φιλοχρήματος, Suid.