φιλοχρημοσύνη
φιλοχρημοσύνη, love of money
φῐλοχρημ-οσύνη, ἡ,
- = φιλοχρηματία, Ps.-Phoc. 42, Pl. Lg. 938c, AP 11.270.
φιλοχρημοσύνη, ης (ἡ) [ῐῠ] c. φιλοχρηματία, Phocyl. 42 ; Plat. Leg. 938c ; Anth. 11, 270.
Étym. φιλοχρήμων.
φιλοχρημοσύνη, ἡ, = φιλοχρηματία, Plat. Legg. XI.938c u. Sp., wie Byz. anath. 16 (XI.270).
φιλοχρημοσύνη
φῐλοχρημοσύνη, ἡ,
= φιλοχρηματία, Plat., Anth.