Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φονής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φολιδοειδής
φολιδόομαι
φολιδόω
φολιδώδης
φολιδωτός
φολίς
φόλκις
φολκός
φολλικώδης
φόλλιξ
φόλλις
Φολόη
Φόλος
φόλυες
φολύνει
φόλυς
φονά
φόναξ
Φόναξ
φονάω
φονεργάτης
φόνευμα
φονεύς
φονεύσιμος
φονευτέον
φονευτής
φονευτικός
φονεύτρια
φονεύω
φονή
φονής
φονικός
φονικῶς
φόνιος
φονοειδής
φονόεις
φονοκτονέω
φονοκτονία
φονοκτόνος
φονολειβής
φονολιβής
φονόρρυτος
φονόρυτος
φόνος
φονός
φονουργός
φονόω
Φοντήϊος
φόντης
φονώδης
φοξῖνος
φοξίχειλος
φοξός
Φόξος
φοξότης
φοξόχειλος
φορά
φοράδην
φοράδιον
φορακιώδης
φοράς
…
φονής
Save
LSJ
φον-ής, Arc. for
φονεύς,
IG
5(2).262.26, 30 (Mantinea, v B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}