φονευτής
φονευτής, killer
φον-ευτής, οῦ, ὁ,
- = φονεύς, LXX 4 Ki. 9.31, Pr. 22.13.
φονευτής, οῦ (ὁ) c. le préc. Spt. 4 Reg. 9, 31 ; Prov. 22, 13.
φονευτής, ὁ, = φονεύς, Sp., vgl. Lobeck Phryn. 317.