Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φόλυες
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φοιταλιεύς
φοιταλιώτης
φοιτάς
φοιτάω
φοιτεία
φοιτέω
φοίτης
φοίτησις
φοιτητέον
φοιτητήρ
φοιτητής
φοιτητός
φοιτίζω
φοῖτος
φοιτός
Φολέγανδρος
φόλετρον
φολιδοειδής
φολιδόομαι
φολιδόω
φολιδώδης
φολιδωτός
φολίς
φόλκις
φολκός
φολλικώδης
φόλλιξ
φόλλις
Φολόη
Φόλος
φόλυες
φολύνει
φόλυς
φονά
φόναξ
Φόναξ
φονάω
φονεργάτης
φόνευμα
φονεύς
φονεύσιμος
φονευτέον
φονευτής
φονευτικός
φονεύτρια
φονεύω
φονή
φονής
φονικός
φονικῶς
φόνιος
φονοειδής
φονόεις
φονοκτονέω
φονοκτονία
φονοκτόνος
φονολειβής
φονολιβής
φονόρρυτος
φονόρυτος
φόνος
…
φόλυες
Save
LSJ
φόλυες
κύνες,
expld. as
πυρροί,
with black mouths,
Antim.
98.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}