φρυγῖτις Save LSJ Bailly 2024 φρῠγ-ῖτις, ἡ, = φρυγία II, Ps.-Dsc. 3.134. φρυγῖτις, ίτιδος (ἡ) [ῡῑτῐδ] autre n. de la plante φρυγία, Diosc. 3, 151.