φρυγανίστρια Save Bailly 2024 Pape φρυγανίστρια, ας (ἡ) [ῡγᾰ] fém. c. le préc. Ar. fr. 618. φρυγανίστρια, [ῡ], ἡ, fem. von φρυγανιστήρ, Ar. fr. 618 bei Poll. 7.150.