φρυγανοειδής Save LSJ Bailly 2024 φρῡγᾰνοειδής, ές, = φρυγανώδης, Dsc. 3.36, 154. φρυγανο·ειδής, ής, ές [ῡᾰ] c. φρυγανώδης, Diosc. 3, 38. Étym. φρύγανον, εἶδος.