About Report a problem

Menu

φρυγανίτης

φρυγανίτης, for fuel

φρῡγᾰν-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
  • for fuel, κάλαμος PCair.Zen. 86.3 (iii B. C.): fem. φρῡγᾰν-ῖτις, ιδος, ὕλη Hld. 9.8.

Saved

Recent