χαλκόπτης
χαλκόπτης, copper-smelter
χαλκ-όπτης, ου, ὁ,
- copper-smelter, IG 2.2867 (fort. χαλκο<κό>πτης) ; [χαλκ]όπτης dub. in PCair.Goodsp. 30 xii 30 (ii A. D.).
χαλκόπτης, ὁ, = χαλκοτύπος, Inscr. 837, nach, Welcker für χαλκοκόπτης.