χαμαικοίτης
χαμαικοίτης, sleeping on the ground
χᾰμαι-κοίτης, ου, ὁ,
- = χαμαιεύνης, Σελλοί S. Tr. 1166.
χαμαι·κοίτης, ου [ᾰ] adj. m. qui couche ou dort à terre, Soph. Tr. 1166.
Étym. χ. κοιτάω.
χαμαικοίτης, ὁ, auf der Erde liegend, schlafend, Σελλοί Soph. Trach. 1156.
χαμαικοίτης
χᾰμαι-κοίτης, ου, ὁ,
κοίτη
= χαμαιεύνης, Soph.