χαμαιλεύκη
χᾰμαι-λεύκη, ἡ,
- = βήχιον, Ps.-Dsc. 3.112; also = χαμαίκισσος, ib. 4.125.
χαμαι·λεύκη, ης (ἡ) [ᾰ] autre n. de la plante χαμαίγειρος, Diosc. Noth. 3, 126.
χαμαιλεύκη, ἡ, auch χαμαιπεύκη, eine Pflanze, Huflattig, sonst βήχιον, Sp.