χαμαικοίτιον
χαμαικοίτιον, bed on the ground
χᾰμαι-κοίτιον, τό,
- bed on the ground, Suid. s.v. στιβάδες.
χαμαικοίτιον, τό, dim. von χαμαικοίτη, K.S.
χαμαικοίτιον, bed on the ground