χαμαίλυκος
χᾰμαί-λῠκος, ὁ,
- = περιστερεὼν ὕπτιος, Ps.-Dsc. 4.60; χᾰμαί-λῠκον, τό, PMag.Par. 1.2307.
χαμαί·λυκος, ου (ὁ) [ᾰῠ] litt. « loup nain », sorte de plante, Diosc. Noth. 4, 61.
Étym. χ. λύκος.