About Report a problem

Menu

χαρκωματᾶς

χαρκωματᾶς, maker of bronze plates > χαλκωματουργός

χαρκ-ωματᾶς, ᾶδος, ὁ,
  • = χαλκωματουργός, Schwyzer App. II. 5.2 (Lydia).

Saved

Recent