χαριτοδότης
χᾰρῐτο-δότης, ὁ,
- = χαριδώτης, of Dionysus, Plu. Symp. 2.158e; of Hermes, cj. for χαριδότης in Jul. Or. 4.148d.
χαριτο·δότης, ου (ὁ) [ᾰῐ] c. χαριδότης, Plut. M. 158e.
χαριτοδότης, ὁ, = χαριδότης, Plut. sept. sap. conv. 15.