χειρόπους
χειρό-πους, ὁ, ἡ, χειρόπουν, τό, gen. -ποδος,
- = χειροπόδης, Poll. 2.152.
χειρόπους, ὁ, ἡ, -πουν, τό, gen. -ποδος, aufgesprungene od. aufgeborstene Füße habend, οἱ τοὺς πόδας κατερρηγμένοι, Poll. 2.152 ; Hesych. Vgl. χειροπόδης.