χειροπόδης
χειροπόδης, with chapped feet
χειρο-πόδης, ου, ὁ,
- with chapped feet, Alc. 37 B.
χειρο·πόδης, ου, adj. m. qui a des crevasses aux pieds, Alc. (DL. 1, 81).
χειροπόδης, ὁ, poet. = χειρόπους, Alcae. bei DL. 1.81, der es erklärt : διὰ τὰς ἐν τοῖς ποσὶ ῥαγάδας (vgl. χειράς).