Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χολερικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χοιροσφάγος
χοιροσφάκτης
χοιροτροφεῖον
χοιροφορβεῖον
χοιροφορέω
χοιροφόρημα
χοιροψάλας
χοιρώδεα
χοιρωδεία
χοιρώδης
χοιρωδία
χοιρώνια
χοΐσκος
χολαγωγός
χολάδες
χολάδια
χολαίνω
χολαῖος
χόλαισι
Χολαργεῖς
Χολαργεύς
χολάς
χολάφινος
χολάω
χολέδρα
χολεμεσία
χολεμετέω
χολέρα
χολεριάω
χολερικός
χολερικῶς
χολερώδης
χολή
χολήβαφος
χοληγικός
χοληγός
χοληδόχος
χολημεσία
χολημετέω
χολίκιον
χολικός
χόλιξ
χόλιον
χολίον
χόλιος
χολλάδες
χολλάς
Χολλείδης
χολοβαφής
χολοβάφινος
χολόβαφος
χολοδεκτικός
χολοδόχος
χολοειδής
χολόεις
Χολοζύγης
χολοίβαφος
χολοιβόρος
χολοποιός
χόλος
χολόω
…
χολερικῶς
Save
Bailly 2024
χολερικῶς,
adv.
avec atteinte du choléra,
DL.
6, 76
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}